
Δημήτρη Μιχαλόπουλου
"Προδημοσίευση τοῦ προλόγου τοῦ βιβλίου "Χρυσός καὶ Ἐργασία στὴ Νέα Οἰκονομία", στὸ ὁποῖο ἐπιχειρεῖται ἡ ἐπιστημονικὴ/ἱστορικὴ προσέγγιση τοῦ φαινομένου 'Φασισμός'῾
Η οικονομία είναι για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για την οικονομία. Αυτήν την απλή, θεωρητικώς αυτονόητη μα σήμερα ξεχασμένη αρχή ξαναφέρνει στην επιφάνεια το βιβλιαράκι Oro e lavoro nella nuova economia. Είχε εκδοθεί στην Ιταλία, από το Εθνικό Ινστιτούτο Φασιστικής Κουλτούρας, κατά το 1941, όταν δηλαδή είχε πια αρχίσει ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Ο συγγραφέας παραμένει άγνωστος. Έτσι, το μόνο που σχετικώς μπορεί να διαβεβαιώσει κανείς είναι ότι όσα σε αυτό περιέχονται έχουνε σήμερα σημασία μεγαλύτερη από οποτεδήποτε άλλοτε. Και είναι ακριβώς η επικαιρότητα αυτή που καταδεικνύει ότι, πέρα από τα γενικώς γνωστά, βασικό αίτιο της σύρραξης των ετών 1939-1945 υπήρξε η οικονομία.
Ο Φασισμός, πράγματι, ήταν η ευρωπαϊκή απάντηση στη μεγάλη κρίση που, κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, εκδηλώθηκε στη Γαλλία. Η τότε ανατροπή της βασισμένης στον φεουδαλισμό μοναρχίας έθεσε ξανά το πρόβλημα της ορθής διακυβέρνησης. Εφόσον η απολυταρχία είχε καταρρεύσει και εφόσον οι βασιλιάδες έπαψαν πια να θεωρούνται, κατά την προσφυέστατη διατύπωση του δικού μας Κολοκοτρώνη, «όντα θεϊκά», ποιο θα μπορούσε να είναι το νέο καθεστώς που θα εξασφάλιζε τη συνοχή και ευημερία της κοινωνίας των ανθρώπων; Η παλινόρθωση τής σε βαθμό αποβλάκωσης διεφθαρμένης βασιλείας; Ούτε συζήτηση. Μήπως καθεστώς βασισμένο στον υλισμό και ατομικισμό που επαγγέλλονταν οι Ιακωβίνοι; Και βέβαια όχι, γιατί αυτοί οι τελευταίοι το μόνο που στάθηκαν ικανοί να ‘δημιουργήσουνε’ υπήρξε μια κατάσταση αιματηρού χάους, από το οποίο έσωσε τη Γαλλία μόνο ο Ναπολέων Βοναπάρτης. Ούτε οι –δήθεν- Χριστιανοί μονάρχες λοιπόν αλλά ούτε και οι «λυσσαλέοι» επαναστάτες. Θα έπρεπε λοιπόν να δομηθεί σύστημα όχι μόνο διακυβέρνησης αλλά και σκέψης, χάρη στο οποίο ο άνθρωπος θα μπορούσε δυναμικώς να ενταχθεί στον ιστορικό ρουν - μέσω του αγώνα στον οποίο αποδύεται προκειμένου να συντηρηθεί και να επιβιώσει. Ο αγώνας αυτός συνδέει τον άνθρωπο με το παρελθόν τής οικογένειας, του Λαού και του Έθνους του και τον κάνει ικανό να συμβάλει στη σφυρηλάτηση του μέλλοντος τόσο της χώρας όπου γεννήθηκε και ζη όσο και, ευρύτερα, ολόκληρου του κόσμου μας.
Χάρη στον αγώνα αυτόν, τέλος, ο άνθρωπος κατακτάει τη δυνατότητα να εναρμονίσει τον εαυτό του με εκείνη την ανώτερη αντικειμενική Θέληση, που συμβατικώς και παραδοσιακώς καλείται «Θεός». Αυτή ακριβώς η Θέληση, που κατά πολύ ξεπερνάει το άτομο και μπροστά στην οποία ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τα όρια της δικής του πεπερασμένης ύπαρξης, είναι η μόνη ικανή να μεταβάλει το ανθρώπινο ον από ύπαρξη που βωλοδέρνει σε κόσμο ακατανοήτως χαώδη σε υπεύθυνο μέλος κοινωνίας πνευματικής. «Παραμένει γεγονός ότι [εμείς οι άνθρωποι] είμαστε δημιουργήματα άβουλα, αλλά πάνω από εμάς υπάρχει μία Δύναμη δημιουργική. Το να την αρνηθεί κανείς αποτελεί παραλογισμό», είχε τονίσει ο Αδόλφος. Ο άνθρωπος, κατά συνέπεια, μπορεί να βρει τη σωτηρία του, «μόνο εάν γονατίσει μπροστά στη Θεία Πρόνοια» και σταματήσει να επαναστατεί ενάντια στους διαχρονικής εμβέλειας νόμους της φύσης. Η επίτευξη αυτής της σωτηρίας αποτελεί τον ύψιστο σκοπό του Φασισμού. Να κάνει, συγκεκριμένα, αισθητό στον Λαό ένα κόσμο που, συνήθως, μόνο οι άγιοι και οι ήρωες είναι σε θέση να αντιληφθούν.
