Για σου, φίλε!

Για σου, φίλε!
Σήμερα μόνο οι ηλίθιοι και τα χειραγωγημένα από το Σύστημα ανθρωπόμορφα ζόμπι νομίζουν ότι τα κόμματα, οι οργανώσεις, τα κανάλια και οι εφημερίδες διαφέρουν ένα από το άλλο. Διαφέρουν μόνο στην ονομασία και όχι στην ουσία. Ξεγυμνώστε τους και θα δείτε ότι είναι σαν δίδυμα αδέλφια. Γεννήθηκαν από την ίδια μάνα – την ιουδαϊκή ιδεολογία, έχουν τον ίδιο πατέρα – το ιουδαϊκό χρήμα. Γ’ αυτό δεν είναι ανάγκη να καταναλώνουμε την γουρουνοτροφή που μας πασάρουν τα κόμματα και τα ΜουΜου«Ε».... ...Ξυπνάμε, σκουπίζουμε τα μάτια μας, σηκωνόμαστε από τα γόνατα, πετάμε τις αλυσίδες μας και ορθώνουμε το ανάστημα. ΝΑ ΠΕΤΑΞΟΥΜΕ Η ΝΑ ΣΕΡΝΟΜΑΣΤΕ ;

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Φλογέρα




Τρία είναι τα κατεξοχήν ποιμενικά όργανα στην Ελλάδα: η φλογέρα, το σουραύλι και η μαντούρα. Και τα τρία αυτά όργανα έχουν δύο κοινά μορφολογικά χαρακτηριστικά, ένα κοίλο κυλινδρικό ηχείο και τρύπες κατά μήκος του ηχείου (στρογγυλές ή ελλειψοειδείς και, σπάνια, τετράγωνες). Διαφέρουν όμως βασικά μεταξύ τους στον τρόπο με τον οποίο είναι φτιαγμένο το μέρος του οργάνου που παράγει τον ήχο.

Η φλογέρα είναι ένα όργανο τύπου φλάουτου: ένας μακρόστενος κοίλος κύλινδρος, ανοικτός και στα δύο άκρα του. Φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη, από 15 με 20 εκ.έως περίπου 85 εκ., και από διάφορα υλικά: καλάμι, ξύλο, μπρούτζο ή σίδερο, κόκαλο, και στα μεταπολεμικά χρόνια, από πλαστική ύλη.


Η κατασκευή της φλογέρας απαιτεί υπομονή, μεράκι και πείρα. Απ’ τη στιγμή που ένας τσοπάνης αποφασίζει να ψάξει για το καλάμι, το ξύλο ή το όποιο άλλο υλικό, με το οποίο θα φτιάξει τη φλογέρα του, απ’ τη στιγμή αυτή και έως το άνοιγμα των τρυπών και το τυχόν στόλισμα της φλογέρας με σχέδια, ο τσοπάνης έχει να προσέξει πολλά πράγματα και να δοκιμάσει πολλές φορές.

Στην καλαμένια φλογέρα, το καλάμι πρέπεινα είναι ξερό, χωρίς εξογκώματα και όσο γίνεται ίσιο, ισόπαχο και με την ίδια εσωτερική διάμετρο σ’ όλο το μήκος του. Κόβεται με το ένα άκρο του χωρίς κόμποκαι το άλλο με κόμπο. Το μέρος απ’ το οποίο θα φυσάει ο παίκτης, το επιστόμιο, δεν το κόβουν αμέσως μετά τον κόμπο, όπου το καλάμι δεν έχει το ίδιο πάχος καιτην ίδια εσωτερική διάμετρο που έχει σε όλο το μήκος του, αλλά λίγο παρακάτω και το λεπταίνουν γύρω-γύρω, πάντα από την έξω μεριά. Το απέναντι άκρο, αυτό δηλαδή από το οποίο φεύγει ο αέρας, το κόβουν αφήνοντας μέσα τον κόμπο. Τον κόμπο τον ανοίγουν μετά, τόσο, ώστε να μη φεύγει εύκολα ο αέρας. Αυτό κάνει πιο ξεκούραστο το φύσημα και, παράλληλα, βοηθάει να ηχούν καλά ο φθόγγος που δίνειη πρώτη, απ’ τα κάτω, τρύπα, όπως και οι υψηλότεροι φθόγγοι. Η εσωτερική επιφάνεια του καλαμιού πρέπει να είναι λεία και όλες οι τρύπες, που είναι συνήθως στρογγυλές, πρέπει να έχουν την ίδια διάμετρο και να απέχουν το ίδιο η μία από την άλλη.



Την πρώτη τρύπα ανοίγει ο τσοπάνης γύρω στη μέση της φλογέρας. Μετά, αφού κλείσει την τρύπα αυτή με το δείκτη του αριστερού χεριού, αφήνει τα δάκτυλα και των δύο χεριών πάνω στη φλογέρα, σαν να παίζει, και στα μέρη που ακουμπούν ανοίγει τις υπόλοιπες τρύπες. Τις τρύπες τις ανοίγουν συνήθως μ’ ένα πυρωμένο καρφί.


Για την ξύλινη φλογέρα, που γίνεται από διάφορα ξύλα, ισχύουν όσα αναφέρουμε παραπάνω, εκτός, φυσικά, από τις παρατηρήσεις που υπαγορεύονται από τη φύση του υλικού. Εδώ ο τσοπάνης έχει να αντιμετωπίσει το τρύπημα και το πελέκημα του ξύλου. Το τρύπημα, δουλειά λεπτή που απαιτεί υπομονή, γινόταν παλιότερα με πυρωμένο σιδερένιο σουβλί, σήμερα με τρυπάνι. Το πελέκημα κάνει λεπτή και όσο γίνεται ισόπαχη την εξωτερική επιφάνεια της φλογέρας. Όταν θέλει να έχει στενότερο το στόμιο απ’ το οποίο φεύγει ο αέρας, περιορίζει τη διάμετρό του κολλώντας γύρω-γύρω στο στόμιο, απ’τη μέσα μεριά, κερί ή ένα ξύλινο λεπτό στεφάνι ή κι ένα χαρτονάκι. Το ίδιο γίνεται και στις φλογέρες τις φτιαγμένες από άλλα υλικά (μπρούτζο, σίδερο ήκόκαλο). Τις μεγάλες, ξύλινες μονοκόμματες φλογέρες, πριν ανοίξουν τις τρύπες για τα δάκτυλα, συνήθιζαν πολλοί, παλιότερα, να τις περνούν μέσα σ’ ένα έντερο προβάτου ή κατσίκας. Το έντερο αυτό, που με τον καιρό ξεραινόταν και γινόταν ένα με το ξύλο, όπως και το λάδι ή το βούτυρο, με το οποίο αλείφουν έως σήμεραόλες γενικά τις ξύλινες φλογέρες – μικρές και μεγάλες, απέξω και από μέσα –κρατάει μαλακό το ξύλο και δεν το αφήνει να σκάσει. Στη σιδερένια ή μπρούτζινη φλογέρα – συνήθως από κοινό σωλήνα ή κάννη παλιού όπλου – τις τρύπες τις ανοίγει ο σιδεράς του χωριού, σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες του τσοπάνη.

Ειδική προετοιμασία απαιτεί η κοκάλινη φλογέρα, που φτιάχνεται από το μεσαίο κόκαλο φτερούγας αετού ή άλλου αρπακτικού πουλιού (όρνιου). Αφού μαδήσουν τη φτερούγα θάβουν το κόκαλο στο χώμα για να καθαρίσει από το κρέας και το μεδούλι. Μετά το πάνε στην εκκλησία, όπου το αφήνουν πολλές ημέρες για να λειτουργηθεί. «Το όρνιο είναι του διαβόλου, άτιμο, και πρέπει να εξαγνιστεί». Τέλος ανοίγουν τις τρύπες, το τρίβουν με στάχτη για να γίνει λείο, ή και το βράζουν με στάχτη γιαν’ ασπρίσει, και το στολίζουν, αν θέλουν, με διάφορα σχέδια.

Η φλογέρα, έως περίπου 50 εκ., έχει συνήθως 6 τρύπες μπροστά, σε ίση απόσταση η μία από την άλλη, ή 6 μπροστά και 1 πίσω για τον αντίχειρα (η πίσω τρύπα ανοίγεται συνήθως μεταξύ της πρώτης και δεύτερης ή πάνω από την πρώτη τρύπα). Η μακριά φλογέρα – από 60 περίπου έως γύρω στα 85 εκ. – που λέγεται στην Ήπειρο τζαμάλα και στη Θράκη καβάλι, έχει 7 τρύπες μπροστά ή 7 τρύπες μπροστά και 1 πίσω.Εκτός όμως από τις 7 ή 7+1 τρύπες για τα δάκτυλα, η τζαμάλα έχει και άλλες ακόμα τρύπες, στο κάτω μέρος του κυλινδρικού ηχείου της. Η κοντή τζαμάλα, αυτή που έχει μήκος γύρω στα 60 εκ., έχει 1 τέτοια τρύπα. Η κάπως μακρύτερη έχει 2.Και η μακριά τζαμάλα (75-85 περίπου εκ.) έχει 4 τρύπες, 3 μπροστά και 1 πίσω. Οι τρύπες αυτές που δεν πατιούνται ποτέ από τα δάχτυλα, αλλά μένουν πάντα ανοικτές, επιδρούν στην τονικότητα του οργάνου και στην ποιότητα του ήχου του. Εάν κλείσουν, χαμηλώνει η τονικότητα της κλίμακας που δίνει η τζαμάλα και αλλοιώνεται το χρώμα του ήχου της. Η τζαμάλα, εξαιτίας του μήκους της, παίζεταιπάντα με καθισμένο τον τσοπάνη καταγής, και ακουμπισμένο το κάτω άκρο της στοχώμα ή στο τσαρούχι του τσοπάνη. Μ’ αυτόν τον τρόπο το επιστόμιο του οργάνου ακουμπάει κάπως σίγουρα στα χείλια του φλογεροπαίκτη, – αυτό διευκολύνει τη δημιουργία του ήχου – και τα δάχτυλα αποκτούν μια κάποια ευχέρεια στην κίνηση. Όταν δεν παίζουν, χώνουν μέσα στο κυλινδρικό ηχείο της μια λεπτή βέργα. «Έτσι είναι γεμάτη», λένε, «και δε σπάει αν πέσει στο χώμα». Με την ίδια αυτή βέργα, με λίγο μαλλί λαδωμένο στο ένα της άκρο, καθαρίζουν την εσωτερική επιφάνεια της τζαμάλας. Το λάδωμα αυτό κρατάει επίσης μαλακό το ξύλο και δεν το αφήνει ναραγίσει. Στη Θράκη και στη Λέσβο, η μακριά ξύλινη φλογέρα – το καβάλι –αποτελείται συνήθως από τρία κομμάτια, το ένα προσαρμοσμένο μέσα στο άλλο.

Η φλογέρα κρατιέται λίγο λοξά, προς τα δεξιά, έτσι, όταν ο φλογεροπαίκτης φυσάει,ο αέρας να χτυπάει στην απέναντι οξεία κόχη του χείλους της φλογέρας και να δημιουργεί τον ήχο. Κρατιέται προς τα δεξιά, όταν ο παίκτης είναι δεξιός, με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού (δείκτη, μέσο και παράμεσο) στο κάτω μέρος της φλογέρας και τα ίδια δάχτυλα, του αριστερού χεριού, επάνω, προς τη μεριά του στόματος. Το αντίθετο όταν ο παίκτης είναι αριστερός. Με μαλακό φύσημα ηφλογέρα δίνει μια σειρά χαμηλούς φθόγγους. Με πιο δυνατό φύσημα, και με τους ίδιους δακτυλισμούς, δίνει τους ίδιους φθόγγους μια οκτάβα υψηλότερα. Και με ακόμη πιο δυνατό φύσημα, λίγους επιπλέον φθόγγους υψηλότερα. Η τονική τηςκλίμακας, που δίνουν οι φθόγγοι αυτοί, εξαρτάται από το μήκος της φλογέρας. Όσο μακρύτερη είναι η φλογέρα, όσο η τονική της κλίμακας που δίνει είναι χαμηλότερη, και το αντίθετο. Μια καλοφτιαγμένη φλογέρα, έως περίπου 45 εκ., στα χέρια ενός άξιου φλογεροπαίκτη μπορεί να δώσει έως δεκαεννέα φθόγγους, δηλαδή δύο οκτάβες και μια πέμπτη. Η ποιότητα όμως του ήχου δεν είναι η ίδια σε όλη την έκταση των φθόγγων. Οι χαμηλοί φθόγγοι, αυτοί που δίνει η φλογέρα με μαλακό φύσημα, είναι κάπως μουντοί και λίγο βραχνοί. Αντίθετα, οι φθόγγοι στην αμέσως υψηλότερη οκτάβα, αυτοί που απαιτούν πιο δυνατό φύσημα, είναι λαμπεροί και διαπεραστικοί. Ακόμα περισσότερο διαπεραστικοί και οξείς είναι οι φθόγγοι πάνω από τη δεύτερη οκτάβα.


Ποιμενικό όργανο όπως είναι, η φλογέρα παίζεται συνήθως μόνη της από τους τσοπάνηδες,όταν βόσκουν τα κοπάδια τους. Παίζεται όμως και μαζί με άλλα όργανα, σε γλέντια ή και πανηγύρια, όταν ο φλογεροπαίκτης είναι καλός. Η συνεργασία της ωστόσο μ’ένα οργανικό σύνολο, όπως π.χ. η ζυγιά βιολί-λαγούτο ή άλλα μεμονωμένα όργανα, υπαγορεύεται κάθε φορά από τις ανάγκες της στιγμής.

ΦοίβοςΑνωγειανάκης, "Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα",
Εκδοτικός οίκος "Μέλισσα"

Μες στα βλάχικα κονάκια
Μες στα Βλάχικα Κονάκια
δεν βελάζουνε τ' αρνάκια,
κάθονται σαν μαραμένα
μόνα παραπονεμένα.

Τη φλογέρα δεν ακούνε
και τον Μήτρο τους ζητούνε,
το καλό το παλικάρι
της Βλαχιάς μας το καμάρι.

Δεν ακούνε τη φλογέρα
όπως πάντα από πέρα,
πάει ο Μήτρος για τα ξένα
για δυο μάτια ζηλεμένα.

Γύρνα Μήτρο σε ζητούνε
τα αρνάκια να σε ειδούνε,
γύρνα πάλι εδώ πέρα
ξαναπάρε τη φλογέρα.

Απόψε φίλους φίλευα
Απόψε φίλους φίλευα
φίλους κι αγαπημένους,
ν’ αρραβωνιάσω την Τασιά
μ’ αυτόν τον Αποστόλη.

Η Τασιά αντιλοήθηκε
στον αργαλειό που υφαίνει:
"Μάνα, μην αντροπιάζεσαι
τον Αποστόλ’ δεν παίρνω,
μόν’ παίρνω τζιομπανόπουλο
που παίζει τη φλογέρα".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου