Για σου, φίλε!

Για σου, φίλε!
Σήμερα μόνο οι ηλίθιοι και τα χειραγωγημένα από το Σύστημα ανθρωπόμορφα ζόμπι νομίζουν ότι τα κόμματα, οι οργανώσεις, τα κανάλια και οι εφημερίδες διαφέρουν ένα από το άλλο. Διαφέρουν μόνο στην ονομασία και όχι στην ουσία. Ξεγυμνώστε τους και θα δείτε ότι είναι σαν δίδυμα αδέλφια. Γεννήθηκαν από την ίδια μάνα – την ιουδαϊκή ιδεολογία, έχουν τον ίδιο πατέρα – το ιουδαϊκό χρήμα. Γ’ αυτό δεν είναι ανάγκη να καταναλώνουμε την γουρουνοτροφή που μας πασάρουν τα κόμματα και τα ΜουΜου«Ε».... ...Ξυπνάμε, σκουπίζουμε τα μάτια μας, σηκωνόμαστε από τα γόνατα, πετάμε τις αλυσίδες μας και ορθώνουμε το ανάστημα. ΝΑ ΠΕΤΑΞΟΥΜΕ Η ΝΑ ΣΕΡΝΟΜΑΣΤΕ ;

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Κοινωνικός Μύθος και μεταπολιτευτική Ουτοπία

Όπως περιγράφει ο Νικηφόρος Διαμαντούρος(1) στο ενδιαφέρον βιβλίο του που φέρει τον τίτλο «Πολιτισμικός δυϊσμός και πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης»(2) από την ίδρυση κιόλας του νέου ελληνικού κράτους υπήρξαν δυο έντονα αντιμαχόμενες πολιτισμικές παραδόσεις, τα βασικά χαρακτηριστικά των οποίων έχουν παραμείνει αξιοσημείωτα αναγνωρίσιμα κι έχουν διαμορφώσει την διαδρομή της σύγχρονης Ελλάδας μέχρι και σήμερα.

Από τη μια υπάρχει η παραδοσιακή ελληνική κουλτούρα, γνωρίσματα της οποίας αποτελούν η εσωστρέφεια, η επιφύλαξη προς τον καπιταλισμό και την οικονομία της αγοράς, η προσκόλληση σε προνεωτερικές πρακτικές, ο «λανθάνοντας αυταρχισμός (sic)» και η αμφισβήτηση προς κάθε τι ξένο. Μεταξύ των τάσεων που πηγάζουν από αυτή την κουλτούρα είναι μια διάχυτη αίσθηση εθνικισμού, μια μόνιμη προβολή της σημασίας της Ελλάδος στις διεθνείς υποθέσεις και μια προδιάθεση ταύτισης με σύνολα και ομάδες που έχουν υποστεί αδικίες από τις χώρες του Νεωτερικού «west way of life». Στα πλαίσια αυτής της κουλτούρας, το «χομπεσιανό» κράτος της Νεωτερικότητας και η ατομικιστική «κοινωνία των πολιτών», αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη.

Από την άλλη υπάρχει η νεωτερική ελληνική κουλτούρα, που αντλεί τις πνευματικές τις ρίζες από τον Διαφωτισμό και την παράδοση του πολιτικού φιλελευθερισμού. Ο συγγραφέας την παρουσιάζει ως εξωστρεφή και κοσμική, που ταυτίζεται με μεταρρυθμίσεις και αναζητά τον εξορθολογισμό στα πλαίσια μιας φιλελεύθερης, δημοκρατικής και καπιταλιστικής προοπτικής. Οι εκφραστές της κοσμοπολιτικής νεωτερικής κουλτούρας ευνόησαν την αφομοίωση της Ελλάδος στο διεθνές σύστημα.

Το βασικό στοιχείο που καθιστά αυτές τις δυο κουλτούρες ισχυρές είναι η διαπεραστική τους φύση. Δηλαδή, το γεγονός ότι έχουν την ικανότητα να διατρέχουν θεσμούς και κοινωνικές ομάδες χωρίς να ταυτίζονται υποχρεωτικά μαζί τους. Λόγω της φύσης τους αυτής, οι δυο κουλτούρες κατάφεραν να αναπαραχθούν στο εσωτερικό του συνόλου σχεδόν των ελληνικών κοινωνικών ρυθμίσεων, με την παραδοσιακή να υπερτερεί σε επιρροή.


Αφήνοντας στην άκρη τα συμπεράσματα του Διαμαντούρου, που ως νεωτεριστής δίνει έμφαση στην προοπτική επικράτησης της δεύτερης, αλλά χρησιμοποιώντας το επιτυχές αναλυτικό του σχήμα, μπορούμε να οδηγηθούμε σε χρήσιμες διαπιστώσεις. Πρώτα απ’ όλα, μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι η παραδοσιακή κουλτούρα συνδέθηκε με τον Ρομαντισμό. Στην ουσία ο ελληνικός Ρομαντισμός αποτέλεσε την «υψηλή κουλτούρα», που αναπαρήγαγε μέσω της δικής του κοσμοθέασης τα σχήματα της παραδοσιακής κουλτούρας στις τέχνες, τα γράμματα και την πολιτική. Και αν η ρομαντική κυριαρχία έλαβε χώρα στην καλλιτεχνική και λογοτεχνική ζωή του τόπου μας από την δεκαετία του 1850 ως τις αρχές εκείνης του 1880, η επικράτηση των παραδοσιακών και ρομαντικών σχημάτων στο πεδίο της διάχυτης κουλτούρας ήταν σχεδόν ολοκληρωτική μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Ο ελληνικός Ρομαντισμός, βασιζόμενος στην «πρώτη ύλη» της παραδοσιακής κουλτούρας, άφησε ως λογοτεχνική και εικαστική κληρονομιά κάποια έργα που εντάσσονται στο πλαίσιο του Φανταστικού. Ωστόσο, το σημαντικότερό του αποτύπωμα ήταν ο Μύθος του νέου ελληνισμού. Κατάφεραν, δηλαδή, οι εκφραστές του ελληνικού Ρομαντισμού να συγκροτήσουν έναν κοινωνικό Μύθο, παρουσιάζοντας μια συνολική οργάνωση εικόνων οι οποίες περιέκλεισαν μέσα τους ένα δυναμικό όραμα για την κίνηση της ζωής και ενέπνευσαν την συλλογική εθνική δράση.

O Mύθος αυτός εμπεριείχε το πολιτικό όραμα της εθνικής ενότητας στον χώρο και τον χρόνο, την αναπαραγωγή παραδοσιακών κοινωνικών τελετουργιών και τη νοοτροπία μιας μοναδικότητας (η οποία κατέληγε σε υπερήφανο εγωισμό ή σε καταθλιπτική απομόνωση, ανάλογα την ιστορική συγκυρία). Είναι αναμφίβολο ότι ο ρομαντικός ελληνικός Μύθος, εμπνευστές του οποίου υπήρξαν ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Σπυρίδωνας Ζαμπέλιος και άλλοι πνευματικοί άντρες του 19ου αιώνα, συνδέθηκε με συλλογικές ανατάσεις αλλά και με ιστορικά αδιέξοδα. Δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς άλλωστε, εφόσον οι κοινωνικοί Μύθοι δεν υφίστανται για να σταθεροποιούν, μα για να κινητοποιούν την βούληση, να παρέχουν όραμα για τον κόσμο, να δίνουν σκοπό σε ό,τι οι άνθρωποι είναι και δημιουργούν, όπως πολύ γλαφυρά περιέγραψε ο Ζωρζ Σορέλ στο γνωστό του έργο που φέρει τον τίτλο «Σκέψεις πάνω στη βία».

Ο ρομαντικός κοινωνικός Μύθος, ακόμη και όταν οι ρομαντικές επιρροές στις τέχνες και τα γράμματα της νεώτερης Ελλάδος έπαψαν να είναι έντονες, συνέχισε να αποτελεί την κινητήρια δύναμη του ελληνικού βίου. Το τέλος του σηματοδοτήθηκε με την έλευση της μεταπολίτευσης. Η νέα πνευματικότητα, που συνόδευσε την μεταπολιτευτική συνθήκη, εκπήγασε από την νεωτερική κουλτούρα και πρόκρινε ένα νέο όραμα για την ζωή. Το όραμα για την ζωή της μεταπολίτευσης αντικατέστησε τον ρομαντικό Μύθο. Επρόκειτο για ένα όραμα νεωτεριστικό, «ελευθεριακό», καταναλωτικό και κοσμοπολιτικό.

Ωστόσο, όπως αποδείχτηκε, το όραμα ετούτο δεν είχε την αυθεντικότητα και τη δυναμική για να σχηματίσει έναν νέο κοινωνικό Μύθο. Ήταν αυτό που ο Σορέλ αποκαλούσε κοινωνική Ουτοπία. Ένα αφηρημένο σχήμα, απόμακρο απ’ τον ελληνικό ψυχισμό, βασισμένο σε συνθήματα και ρητορείες που παπαγάλισαν γελωτοποιοί της πολιτικής, τηλεοπτικοί καθοδηγητές και καλοπληρωμένοι «επαναστάτες». Το αποτέλεσμα ήταν έπειτα από μόλις τριανταπέντε χρόνια, κατά την διάρκεια των οποίων η καλλιτεχνική και λογοτεχνική δημιουργικότητα της χώρας σχεδόν εξατμίστηκαν, η Ουτοπία της μεταπολίτευσης να μην καταφέρει να αντιτάξει ένα ανάχωμα στην πανευρωπαϊκή οικονομική κρίση και να καταρρεύσει, μολονότι πανίσχυροι πολιτικοί και πολιτιστικοί φορείς προσπάθησαν με κάθε τρόπο να την κρατήσουν ενεργή.

Σήμερα βιώνουμε τις συνέπειες αυτής της κατάρρευσης. Και οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν παρά να έχουν κυρίως αρνητικές αποχρώσεις. Γιατί η Ουτοπία της μεταπολίτευσης δεν κατέρρευσε επειδή ένα νέο σχήμα ή ένας καινούργιος κοινωνικός Μύθος δημιουργήθηκε για να την αντικαταστήσει. Η μεταπολιτευτική Ουτοπία κατέρρευσε από εξωτερική πίεση, αφήνοντας τον ελληνικό βίο άνευ συλλογικού οράματος, έρμαιο στις συγκρουσιακές ορμές των ασυγκράτητων από κάποιο ενοποιητικό σχήμα ομάδων και ατομικοτήτων.

Η ιστορική συγκυρία του παρόντος βρίσκει την χώρα μας κοινωνικά αποδιοργανωμένη, οικονομικά ανάπηρη και πολιτικά νεκρή. Υπάρχει, βέβαια, και κάτι ικανό να γεννήσει αισιοδοξία. Κι αυτό δεν είναι άλλο από το ίδιο το τέλος της μεταπολιτευτικής Ουτοπίας. Στην θέση της -κάποτε- επιβεβλημένης Ουτοπίας δεν βρίσκεται ακόμη κάτι. Ωστόσο, η έλλειψή της γέννησε έναν κοινωνικό βρασμό και μια πολεμική σχέση ανάμεσα σε διαφορετικές προοπτικές.

Εμείς, ως ρομαντικοί εκφραστές του Φανταστικού, δεν έχουμε παρά να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε με ευχαρίστηση ομηρικού ήρωα αυτή την μάχη και να ελπίζουμε ότι στο τέλος θα καταφέρουμε να στρέψουμε την ελληνική κουλτούρα προς έναν νέο Ρομαντισμό από τον οποίο θα προκύψει ο καινούργιος κοινωνικός μας Μύθος.

του Σταμάτη Μαμούτου
το είδαμε στο http://www.neapatrida.gr/


Σχόλια

1. Ένα από τα επιφανέστερα μέλη της ελλαδικής ακαδημαϊκής ελίτ (καθηγητής στο τμήμα πολιτικής επιστήμης και δημόσιας διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου σπούδασα κι εγώ), που πριν λίγο καιρό αποτέλεσε υποψήφιο μνηστήρα του πρωθυπουργικού θώκου.

2. Νικηφόρος Διαμαντούρος, «Πολιτισμικός δυϊσμός και πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης», Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2000.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου