Για σου, φίλε!

Για σου, φίλε!
Σήμερα μόνο οι ηλίθιοι και τα χειραγωγημένα από το Σύστημα ανθρωπόμορφα ζόμπι νομίζουν ότι τα κόμματα, οι οργανώσεις, τα κανάλια και οι εφημερίδες διαφέρουν ένα από το άλλο. Διαφέρουν μόνο στην ονομασία και όχι στην ουσία. Ξεγυμνώστε τους και θα δείτε ότι είναι σαν δίδυμα αδέλφια. Γεννήθηκαν από την ίδια μάνα – την ιουδαϊκή ιδεολογία, έχουν τον ίδιο πατέρα – το ιουδαϊκό χρήμα. Γ’ αυτό δεν είναι ανάγκη να καταναλώνουμε την γουρουνοτροφή που μας πασάρουν τα κόμματα και τα ΜουΜου«Ε».... ...Ξυπνάμε, σκουπίζουμε τα μάτια μας, σηκωνόμαστε από τα γόνατα, πετάμε τις αλυσίδες μας και ορθώνουμε το ανάστημα. ΝΑ ΠΕΤΑΞΟΥΜΕ Η ΝΑ ΣΕΡΝΟΜΑΣΤΕ ;

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Ο Άγνωστος Στρατιώτης - Ο γνωστός μόνο στους Θεούς πολεμιστής.

Στο πέρασμα των χρόνων, πολλοί στρατιώτες έδωσαν τη ζωή τους και έπεσαν στα πεδία μαχών, χωρίς να αναγνωριστούν ή να ανεβρεθούν οι σοροί τους.

Η ανάγκη να εκπροσωπηθούν όλοι οι άγνωστοι πεσόντες και να επιτευχθεί η απονομή επίσημης συνολικής τιμής, στη μνήμη των υπέρ πατρίδος πεσόντων στρατιωτών, οδήγησε τα έθνη στη δημιουργία ενός συμβολικού μνημείου: Τον τάφο του άγνωστου στρατιώτη.

Ο τάφος του άγνωστου στρατιώτη εξωτερικεύει την έννοια της φιλοπατρίας, συγκεντρώνει τα στοιχεία μιας υψηλής πατριωτικής πράξεως και αποτελεί τη φανερότερη εκδήλωση του οφειλόμενου επαίνου και της δόξας, που πρέπει να ακολουθεί τη μνήμη των πεσόντων και την εθελοθυσία τους υπέρ της πατρίδας.

Ιστορική αναδρομή

Η γενική αρχή της τιμητικής πράξης της ταφής των αγνώστων πεσόντων, ανάγεται στους ηθικούς νόμους και τα πάτρια έθιμα των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Τη μαρτυρία αυτή βρίσκουμε στα αρχαία κείμενα του Θουκυδίδη. Ο ιστορικός μιλώντας περί των δημοσίων ταφών των πεσόντων στον πόλεμο Αθηναίων, εκθέτει τον τρόπο με τον οποίον τελούνταν ως εξής:

Τα μεν οστά προτίθενται των απογενομένων πρότριτα σκηνήν ποιήσαντες, και επιφέρει τω αυτώ έκαστος ην τι βούληται· επειδάν δε η εκφορά η, λάρνακας κυπαρισσίνας άγουσιν άμαξαι, φυλής εκάστης μίαν· ένεστι δε τα οστά ης έκαστος ην φυλής, μία δε κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οι αν μη ευρεθώσιν ες αναίρεσιν. Ξυνεκφέρει δε ο βουλόμενος και αστών και ξένων, και γυναίκες πάρεισιν αι προσήκουσαι επί τον τάφον ολοφυρόμεναι.
(Θουκιδίδης, 2.34.3)

Στους πεσόντες στον πόλεμο, οι Αθηναίοι απέδιδαν μεγάλες τιμές. Η ταφή αυτών γινόταν δημοσία δαπάνη:

Εν δε τω αυτώ χειμώνι Αθηναίοι τω πατρίω νόμω χρώμενοι δημοσία ταφάς εποιήσαντο των εν τώδε τω πολεμώ πρώτων αποθανόντων τρόπω τοιώδε.
(Θουκιδίδης, 2.34.1-2)

Οι οικογένειές τους περιθάλπτονταν και τα παιδιά τους ανατρέφονταν μέχρι την εφηβεία τους από την πόλη:

Τα δε αυτών τους παίδας το από τούδε δημοσία η πόλις μέχρι ήβης θρέψει, ωφέλιμον στέφανον τοίσδε τε και τοις λειπομένοις των τοιώνδε αγώνων προτιθείσα.
(Θουκιδίδης, 2.46.1)

Επιπλέον, επέλεγαν έναν ρήτορα για να εκφωνήσει τον επιτάφιο λόγο, όπως και στο απόσπασμα του Θουκυδίδη, στο οποίο ο επιτάφιος λόγος εκφωνείται από τον Περικλή. Σε κάθε περίπτωση οι Αθηναίοι απέδιδαν μεγάλη σπουδαιότητα στην ταφή γενικότερα και θεωρούσαν πολύ βαρύ πλήγμα τη στέρησή της:

Κακός κακώς άθαπτος εκπέσοι χθονός.
(Σοφοκλής, «Αίας», στιχ.1177)

Τόσο ο Ευριπίδης όσο και ο Χαρίτωνας χαρακτηρίζουν μάλιστα το έθιμο της ταφής των αφανών ως ελληνικό νόμο:

Ελένη: Toν κατθανόντα πόσιν eμόν θάψαι θέλω.
Θεοκλύμενος: Τί δ’; Έστ’ απόντων τύμβος; Ή θάψεις σκιάν;
Ελένη: Έλλησιν έστι νόμος, ος αν πόντωι θάνηι…
Θεοκλύμενος: Τί δραν; Σοφοί τοι Πελοπίδαι τα τοιάδε.
Ελένη: Κενοίσι θάπτειν εν πέπλων υφάσμασιν.
Θεοκλύμενος: Κτέριζ’ ανίστη τύμβον ου χρήιζεις χθονός.
Ελένη: Ουχ ώδε ναύτας ολομένους τυμβεύομεν.
Θεοκλύμενος: Πώς δαι; Λέλειμμαι των εν Έλλησιν νόμων.


(Ευριπίδης, «Ελένη», στιχ. 1239-1246)


Θάπτε με, όττι τάχιστα πύλας Αΐδαο περήσω. Και γαρ ει μη το σώμα εύρηται του δυστυχούς, αλλά νόμος ούτος αρχαίος Ελλήνων, ώστε και τους αφανείς τάφοις κοσμείν
Χαρίτωνας, 4.1.3.)

Σε απόδοση, λοιπόν, ταυτόσημης τιμής υπέρ των αφανών πολεμιστών, έφεραν μαζί με τις λάρνακες που περιείχαν τα οστά των πολεμιστών και μια στρωμένη, αλλά κενή, κλίνη. Με τον τρόπο αυτό τελούσαν απομιμητική πράξη ταφής και υλική εκδήλωση της τιμής και του αθάνατου επαίνου της πόλης. Επίσης, διατελούσαν και ένα στοργικό καθήκον προς τους πλησιέστερους πενθούντες συγγενείς, δείχνοντας ότι η πατρίδα σέβεται εξίσου τη μνήμη των δικών τους.

Με την ίδια, λοιπόν, λογική και από την ίδια ηθική αφετηρία προήλθε η ιδέα της δημιουργίας του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη.

Στα νεότερα χρόνια αναπτύχθηκε σε πολλά κράτη η πρακτική της ύπαρξης ενός συμβολικού μνημείου, που να αντιπροσωπεύει τον πολεμικό τάφο των άγνωστων στρατιωτών.

Είναι πιθανόν το πρώτο δείγμα τέτοιου μνημείου να υπήρξε το «Λαντσολάτεν» («Πόδι του στρατιώτη») του Πρώτου Πολέμου του Σλέσβικ, στην Φρεδαρίντσια, της Δανίας, το οποίο κατασκευάστηκε το 1849. Ένα ακόμη πρώιμο δείγμα είναι το μνημείο του 1866, που είναι αφιερωμένο στον άγνωστο θανόντα του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος με τους πολυάριθμους νεκρούς, αποτέλεσε τη βασική αφορμή για την ανέγερση μνημείων αφιερωμένων στον άγνωστο στρατιώτη. Η πρώτη ίδρυση ενός τέτοιου μνημείου με τη σύγχρονη μορφή ξεκίνησε από το Ηνωμένο Βασίλειο, όταν, έπειτα από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ενταφίασαν πρώτοι έναν «άγνωστο στρατιώτη» εκ μέρους όλων των Δυνάμεων της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στο αβαείο του Γουεστμίνστερ το 1920, παρακινώντας με αυτόν τον τρόπο και άλλα έθνη να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους. Ο πιο γνωστός, ωστόσο, τάφος του Άγνωστου Στρατιώτη είναι αυτός της Γαλλίας κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου που ιδρύθηκε το 1921 τιμώντας τους άγνωστους νεκρούς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Τέτοιοι τάφοι δημιουργήθηκαν, επίσης, εις μνήμην άγνωστων πεσόντων και μετέπειτα πολέμων. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί το μνημείο που χτίστηκε στο Ιράκ το 1982.

Τα μνημεία αυτά περιέχουν συνήθως τη σορό ενός ανώνυμου νεκρού στρατιώτη -ή «γνωστού μόνο στον Θεό» («known but to Cod»), όπως πολλές φορές αναγράφεται στην επιτύμβια στήλη. Πρέπει να τονισθεί, ότι δίνεται μεγάλη έμφαση στην επιλογή της σορού, επιλέγοντας πάντα κάποια που θεωρείται ότι είναι αδύνατο να αναγνωριστεί ποτέ. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο πολλές προσπάθειες καταβλήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση, από τα κράτη που ανήγειραν τέτοιου είδους μνημεία, ώστε να βρεθούν σώματα άγνωστων στρατιωτών που να τηρούν αυτή την προϋπόθεση και να έχει διευκρινιστεί η εθνικότητά τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο ελληνικό μνημείο δεν υπάρχει σορός ακολουθώντας τα έθιμα των Αρχαίων Ελλήνων που ήθελαν τον τάφο κενό («μία κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών» – Θουκυδίδης, 2.34.3).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου