Για σου, φίλε!

Για σου, φίλε!
Σήμερα μόνο οι ηλίθιοι και τα χειραγωγημένα από το Σύστημα ανθρωπόμορφα ζόμπι νομίζουν ότι τα κόμματα, οι οργανώσεις, τα κανάλια και οι εφημερίδες διαφέρουν ένα από το άλλο. Διαφέρουν μόνο στην ονομασία και όχι στην ουσία. Ξεγυμνώστε τους και θα δείτε ότι είναι σαν δίδυμα αδέλφια. Γεννήθηκαν από την ίδια μάνα – την ιουδαϊκή ιδεολογία, έχουν τον ίδιο πατέρα – το ιουδαϊκό χρήμα. Γ’ αυτό δεν είναι ανάγκη να καταναλώνουμε την γουρουνοτροφή που μας πασάρουν τα κόμματα και τα ΜουΜου«Ε».... ...Ξυπνάμε, σκουπίζουμε τα μάτια μας, σηκωνόμαστε από τα γόνατα, πετάμε τις αλυσίδες μας και ορθώνουμε το ανάστημα. ΝΑ ΠΕΤΑΞΟΥΜΕ Η ΝΑ ΣΕΡΝΟΜΑΣΤΕ ;

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

ΜΔΠ: Εις μνήμην του λαϊκού ξεσηκωμού. «Σ’ εκείνους που από μικροί έχουν στα χέρα τους σφυριά και δρεπάνια , και που σήμερα κρατούν ντουφέκια »

 Το τραγούδι και το βίντεο των εθνικιστών ΜΔΠ είναι αφιερωμένο στους εργάτες και αγρότες που εξεγέρθηκαν και πολέμησαν ενάντια στο «Κράτος Εργατών και Αγροτών».


Είχαμε γράψει παλαιότερα για τα "καλά"  του «Κράτους Εργατών και Αγροτών».
   

Η άγνωστη ισΤΟΡ(Α)ία της «Λαϊκής Εξουσίας» και της «Δικτατορίας του Προλεταριάτου»

Οι εκατοντάδες αγροτικές εξεγέρσεις της άνοιξης και του θέρους του 1919 στα μετόπισθεν του Κόκκινου Στρατού έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δίχως επαύριο νίκη των Λευκών στρατευμάτων του στρατηγού Ντενίκιν. Ξεκινώντας από το νότο της Ουκρανίας στις 19 Μαΐου 1919, ο Λευκός Στρατός προέλασε πολύ γρήγορα απέναντι στις μονάδες του Κόκκινου Στρατού που ήταν απασχολημένες με την καταστολή των αγροτικών ανταρσιών. Τα στρατεύματα του Ντενίκιν κατέλαβαν το Χαρκόφ στις 12 Ιουνίου, το Κίεβο σας 28 Αυγούστου, το Βορόνιεζ στις 30 Σεπτεμβρίου. Η οπισθοχώρηση των μπολσεβίκων, που δεν είχαν κατορθώσει να επιβάλουν τη εξουσία τους παρά μόνο στις πιο μεγάλες πόλεις, αφήνοντας την ύπαιθρο στους εξεγερμένους αγρότες, συνοδεύτηκε με ομαδικές εκτελέσεις αιχμαλώτων και ομήρων στις οποίες θα επανέλθουμε. Στην εσπευσμένη αναδίπλωσή τους διαμέσου της ενδοχώρας όπου μαινόταν το αγροτικό αντάρτικο, τα αποσπάσματα του Κόκκινου Στρατού και της Τσεκά δεν έδειξαν καμιά λύπηση: εκατοντάδες καμένα χωριά, ομαδικές εκτελέσεις «κακοποιών», λιποτακτών και «ομήρων». Η εγκατάλειψη και κατόπιν η επανακατάκτηση, στα τέλη του 1919 και τις αρχές του 1920, της Ουκρανίας έδωσαν αφορμή σε ένα υπερβολικό ξέσπασμα βίας εναντίον των αμάχων πληθυσμών, το οποίο περιγράφει συγκλονιστικά στο αριστούργημά του «Το Κόκκινο Ιππικό»98 ο Ισαάκ Μπάμπελ. 

Στις αρχές του 1920, οι στρατιές των Λευκών, με την εξαίρεση κάποιων διασκορπισμένων μονάδων που είχαν βρει καταφύγιο στην Κριμαία κάτω από τις διαταγές του βαρόνου Βράνγκελ, διαδόχου του Ντενίκιν, είχαν ηττηθεί. Έμειναν αντιμέτωπες οι δυνάμεις των μπολσεβίκων και των αγροτών. Μέχρι το 1922, ένας ανελέητος διωγμός θα εξαπολυθεί στην ύπαιθρο που μαχόταν την εξουσία. Τον Φεβρουάριο-Μάρτιο του 1920, μια καινούργια μεγάλη εξέγερση, γνωστή με το όνομα «επανάσταση των δικράνων», ξέσπασε σε μια ευρύτατη έκταση που απλωνόταν από τον Βόλγα μέχρι τα Ουράλια, στις επαρχίες του Καζάν, του Σιμπίρσκ και της Ούφα. Κατοικημένες από Ρώσους αλλά επίσης και από Τατάρους και Μπασκίρους, οι περιοχές αυτές υφίσταντο ιδιαιτέρως επαχθείς επιτάξεις. Σε λίγες εβδομάδες, η ανταρσία εξαπλώθηκε σε καμιά δεκαριά περιφέρειες. Ο εξεγερμένος αγροτικός στρατός των «Μαύρων Αϊτών» αριθμούσε στο απόγειό του γύρω στις 50.000 μαχητές. Εξοπλισμένες με κανόνια και πολυβόλα, οι Ομάδες Εσωτερικής Άμυνας της Δημοκρατίας αποδεκάτισαν τους αντάρτες που πολεμούσαν με δίκρανα και κοντάρια. Μέσα σε μερικές μέρες, χιλιάδες εξεγερμένων σφαγιάστηκαν κι εκατοντάδες χωριά πυρπολήθηκαν99. 

Μετά από τη σύντομη συντριβή της «επανάστασης των δικράνων», η φλόγα των αγροτικών εξεγέρσεων εξαπλώνεται εκ νέου στις επαρχίες του Μέσου Βόλγα, που επίσης υφίστανται μεγάλη αφαίμαξη από τις επιτάξεις: Ταμπόβ, Πέντζα, Σαμάρα, Σαράτοφ και Τσαρίτσιν. Όπως το παραδεχόταν ο εκ των ηγετών των μπολσεβίκων Αντόνοφ-Οβσεένκο, που θα ετίθετο επικεφαλής των διωγμών κατά των εξεγερμένων αγροτών του Ταμπόβ, αν πραγματοποιούνταν τα πλάνα των επιτάξεων του 1920-1921, οι αγρότες θα καταδικάζονταν σε βέβαιο θάνατο: τους άφηναν κατά μέσο όρο 16 κιλά σπόρων σιτηρών και 24 κιλά πατάτες το χρόνο για κάθε άτομο, δηλαδή δέκα με δώδεκα φορές λιγότερο από το ελάχιστο ζωτικό όριο! Ήταν, λοιπόν, ένας αγώνας επιβίωσης που ανέλαβαν οι αγρότες αυτών των επαρχιών από το καλοκαίρι του 1920. Και θα διαρκούσε χωρίς διακοπή για δύο ολόκληρα χρόνια, μέχρι τη στιγμή που ο λιμός θα κατέβαλλε τους εξεγερμένους χωρικούς. 

Ο τρίτος σημαντικός πόλος συγκρούσεων ανάμεσα στους μπολσεβίκους και στους αγρότες το 1920 παρέμενε η Ουκρανία, την οποία οι μπολσεβίκοι είχαν ανακαταλάβει από τον Δεκέμβριο του 1919 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1920 από τα στρατεύματα των Λευκών. Ωστόσο, η ενδοχώρα της υπαίθρου βρισκόταν υπό τον έλεγχο εκατοντάδων αποσπασμάτων ελεύθερων Πράσινων κάθε προέλευσης ή από μονάδες λιγότερο ή περισσότερο προσκείμενες στον Μαχνό. Αντίθετα με τους Μαύρους Αϊτούς, τα ουκρανικά στρατεύματα, αποτελούμενα βασικά από λιποτάκτες, ήταν καλά εξοπλισμένα. Το καλοκαίρι του 1920, ο στρατός του Μαχνό αριθμούσε ακόμη 15.000 άντρες, 2.500 ιππείς, περί τα 100 πολυβόλα, καμιά εικοσαριά κανόνια πυροβολικού και δύο τεθωρακισμένα οχήματα. Εκατοντάδες μικρότερες «συμμορίες» που αποτελούνταν από κάποιες δεκάδες μέχρι κάποιες εκατοντάδες μαχητές, προέβαλλαν επίσης ισχυρή αντίσταση στη διείσδυση των μπολσεβίκων. Για να πολεμήσει αυτό το αγροτικό αντάρτικο, η κυβέρνηση διόρισε στις αρχές Μαΐου του 1920 τον Φελίξ Ντζερζίνσκι, τον αρχηγό της Τσεκά, «διοικητή των μετόπισθεν του νοτιοδυτικού μετώπου». Ο Ντζερζίνσκι έμεινε περισσότερο από δύο μήνες στο Χαρκόφ για να συστήσει επιτόπου 84 ειδικές μονάδες δυνάμεων εσωτερικής ασφαλείας της Δημοκρατίας, επίλεκτες μονάδες που είχαν στη διάθεσή τους ιππικό επιφορτισμένο να καταδιώκει τους «αντάρτες» και αεροπλάνα με αποστολή να βομβαρδίζουν τις «φωλιές των κακούργων»100. Ανέλαβαν να ξεριζώσουν εντός τριών μηνών το αντάρτικο των αγροτών. Στην πραγματικότητα, οι επιχειρήσεις «ειρήνευσης» κράτησαν περισσότερο από δύο χρόνια, από το καλοκαίρι του 1920 μέχρι το φθινόπωρο του 1922, με τίμημα δεκάδες χιλιάδες θύματα. 

Ανάμεσα στα διάφορα επεισόδια της πάλης των μπολσεβίκων κατά των αγροτών, η «αποκοζακοποίηση» - η εξόντωση των Κοζάκων του Ντον και του Κουμπάν ως κοινωνικής ομάδας - κατέχει εξέχουσα θέση. Για πρώτη φορά, πράγματι, το νέο καθεστώς πήρε μια σειρά κατασταλτικών μέτρων για την εξάλειψη, την εξόντωση, την εκτόπιση - σύμφωνα με την αρχη της συλλογικής ευθύνης - του συνόλου του πληθυσμού μιας περιοχής που οι μπολσεβίκοι συνήθιζαν ν’ αποκαλούν «σοβιετική Βανδέα» . Οι επιχειρήσεις αυτές δεν υπήρξαν αποτέλεσμα στρατιωτικών αντιποίνων μες στη δίνη των μαχών αντιθέτως, είχαν σχεδιαστεί εκ προοιμίου κι αποτέλεσαν το αντικείμενο αρκετών διαταγμάτων που αποφασίστηκαν στο υψηλότερο κρατικό επίπεδο, με την άμεση εμπλοκή πολυάριθμων πολιτικών στελεχών πρώτης γραμμής (Λένιν, Ορτζονικίτζε, Συρτσόφ, Σοκόλνικοφ, Ρέινγκολντ). Την άνοιξη του 1919, η πρώτη απόπειρα εφαρμογής της απέτυχε εξαιτίας της στρατιωτικής αναδίπλωσης των μπολσεβίκων, όμως το 1920 η «αποκοζακοποίηση» ξανάρχισε με ανανεωμένη βιαιότητα, όταν οι μπολσεβίκοι ανακατέλαβαν τις περιοχές των Κοζάκων στον Ντον και το Κουμπάν. 

Οι Κοζάκοι, που είχαν στερηθεί από τον Δεκέμβριο του 1917 του νομικού καθεστώτος που απολάμβαναν υπό το παλαιό καθεστώς και είχαν καταταγεί από τους μπολσεβίκους στους «κουλάκους» και στους «ταξικούς εχθρούς», με ηγέτη τους τον «αταμάν» Κρασνόφ είχαν ενωθεί με τις δυνάμεις των Λευκών στο νότο της Ρωσίας, την άνοιξη του 1918. Τον Φεβρουάριο του 1919, όταν εξαπολύθηκε η γενική επίθεση των μπολσεβίκων κατά της Ουκρανίας και της νότιας Ρωσίας, τα πρώτα αποσπάσματα του Κόκκινου Στρατού διείσδυσαν στα εδάφη των Κοζάκων, στην περιοχή του Ντον. Οι μπολσεβίκοι εφάρμοσαν εξαρχής μια δέσμη μέτρων που εκμηδένιζαν την ουσία της ιδιαιτερότητας των Κοζάκων: τα εδάφη που ανήκαν στους Κοζάκους κατασχέθηκαν και αναδιανεμήθηκαν σε Ρώσους αποίκους ή σε ντόπιους αγρότες που δεν ήταν Κοζάκοι. Ot Κοζάκοι διατάχθηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους, αλλιώς θα υπόκειντο στην ποινή του θανάτου - όλοι οι Κοζάκοι, χάρη στον παραδοσιακό τους ρόλο των συνοριακών φρουρών της αυτοκρατορικής Ρωσίας, ήταν οπλισμένοι. Ol συνελεύσεις και τα περιφερειακά διοικητικά όργανα των Κοζάκων διαλύθηκαν. 

Όλα τα παραπάνω μέτρα αποτελούσαν τμήμα ενός προκαθορισμένου σχεδίου αποκοζακοποίησης, όπως αυτό απεικονίζεται σε μια μυστική απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής τον κόμματος των μπολσεβίκων με ημερομηνία 24 Ιανουαρίου 1919: «Στο φως της εμπειρίας του εμφυλίου πολέμου κατά των Κοζάκων, είναι απαραίτητο να αναγνωρίσουμε ως μοναδικό πολιτικά ορθό μέτρο τον ανελέητο αγώνα, τους μαζικούς διωγμούς κατά των πλουσίων Κοζάκων, τους οποίους οφείλουμε να εξοντώσουμε μέχρι ενός»101. 

Στην πραγματικότητα, όπως παραδέχτηκε τον Ιούνιο του 1919 ο Ρέινγκολντ, ο πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής του Ντον, που ήταν επιφορτισμένος με την επιβολή της «μπολσεβίκικης τάξης» σης περιοχές των Κοζάκων, «είχαμε την τάση να εφαρμόζουμε μια πολιτική εξόντωσης των Κοζάκων χωρίς την παραμικρή διάκριση»102. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, από τα μέσα Φεβρουάριου μέχρι τα μέσα Μαρτίου 1919, τα αποσπάσματα των μπολσεβίκων είχαν εκτελέσει περισσότερους από 8.000 Κοζάκους103. Σε κάθε stanitsa (κωμόπολη των Κοζάκων), επαναστατικά δικαστήρια εξέδιδαν σε μερικά λεπτά συνοπτικές αποφάσεις βάσει καταλόγων υπόπτων, οι οποίοι συνήθως καταδικάζονταν στην ποινή του θανάτου εξαιτίας «αντεπαναστατικής συμπεριφοράς». Μπροστά σε αυτή την απροκάλυπτη καταπίεση, οι Κοζάκοι δεν είχαν άλλη διέξοδο από την εξέγερση. 

Ο ξεσηκωμός άρχισε από την περιφέρεια της Βεσένσκαγια σας 11 Μαρτίου 1919. Πολύ καλά οργανωμένοι, οι εξεγερμένοι Κοζάκοι κήρυξαν γενική επιστράτευση όλων των ανδρών από 16 μέχρι 55 ετών. Έστειλαν σε όλη την περιοχή του Ντον και έως τη μεθοριακή επαρχία του Βορόνιεζ τηλεγραφήματα που καλούσαν το λαό να ξεσηκωθεί κατά των μπολσεβίκων. «Εμείς ol Κοζάκοι», διευκρίνιζαν, « δεν είμαστε εναντίον των σοβιέτ. Υποστηρίζουμε τις ελεύθερες εκλογές. Είμαστε κατά των κομμουνιστών, ενάντιοι στις κολεκτίβες και στους Εβραίους. Είμαστε εναντίον των επιτάξεων, των κλοπών και των εκτελέσεων στις οποίες προβαίνουν οι Τσεκά»104. Στις αρχές Απριλίου, οι εξεγερμένοι Κοζάκοι είχαν συγκροτήσει μια υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη 30.000 καλά εξοπλισμένων, εμπειροπόλεμων ανδρών. Εξορμώντας στα μετόπισθεν του Κόκκινου Στρατού που μαχόταν πιο νότια με τα στρατεύματα του στρατηγού Ντενίκιν και τους συμμάχους του, τους Κοζάκους του Κουμπάν, οι εξεγερμένοι του Ντον συνεισέφεραν, εξίσου με τους ξεσηκωμένους Ουκρανούς αγρότες, στην κεραυνοβόλα επέλαση των Λευκών στρατιών τον Μάιο-Ιούνιο του 1919. Στις αρχές Ιουνίου, οι Κοζάκοι του Ντον ενώθηκαν με τον κυρίως όγκο των Λευκών, που υποστηρίζονταν από τους Κοζάκους του Κουμπάν. Ολόκληρη η «κοζάκικη Βανδέα» είχε απελευθερωθεί από τη μισητή εξουσία των «Μοσχοβιτών, των μπολσεβίκων και των Εβραίων». 

Ωστόσο, με την αντιστροφή της στρατιωτικής κατάστασης, οι μπολσεβίκοι επέστρεψαν τον Φεβρουάριο του 1920. Άρχισε μια δεύτερη στρατιωτική κατοχή των εδαφών των Κοζάκων, ακόμη πιο φονική από την πρώτη. Η περιοχή του Ντον υποχρεώθηκε σε εισφορά 36.000.000 pouds δημητριακών, ποσότητα που ξεπερνούσε κατά πολύ το σύνολο της ντόπιας παραγωγής. 0 αγροτικός πληθυσμός είδε να του υφαρπάζουν όχι μονάχα τα ισχνά του πλεονάσματα σε τρόφιμα αλλά επίσης και το σύνολο των αγαθών του, «στα οποία περιλαμβάνονταν υποδήματα, ρούχα, μαξιλάρια και σαμοβάρια», καθώς διευκρίνιζε μια αναφορά της Τσεκά105. Όλοι οι άντρες που ήταν σε θέση να πάρουν τα όπλα αντέδρασαν στις συστηματικές λεηλασίες και τους διωγμούς πυκνώνοντας τις τάξεις των Πράσινων ανταρτών. Τον Ιούλιο του 1920, οι εξεγερμένοι αριθμούσαν τουλάχιστον 35.000, στο Κουμπάν και στον Ντόν. Αποκλεισμένος στην Κριμαία από τον Φεβρουάριο, ο στρατηγός Βράνγκελ αποφάσισε, σε μια ύστατη απόπειρα, να ενωθεί με τους Κοζάκους και τους Πράσινους του Κουμπάν. Στις 17 Αυγούστου 1920, 5.000 άντρες αποβιβάστηκαν κοντά στο Νοβοροσίσκ. Κάτω από τη συνδυασμένη πίεση των Λευκών, των Κοζάκων και των Πράσινων, οι μπολσεβίκοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Γιεκατερίνονταρ, την πρωτεύουσα του Κουμπάν, κατόπιν και την ευρύτερη περιοχή. Από την πλευρά του, ο στρατηγός Βράνγκλερ προήλαυνε στη νότια Ουκρανία. Ωστόσο, οι επιτυχίες των Λευκών δεν είχαν διάρκεια. Οι δυνάμεις των μπολσεβίκων, πολύ υπέρτερες, επικράτησαν στα πεδία των μαχών και τα στρατεύματα του Βράνγκελ, επιβαρυμένα με τα ατέλειωτα καραβάνια των αμάχων, συνέκλιναν, τέλη Οκτωβρίου, στην Κριμαία, ενώ μια απερίγραπτη αταξία κυριαρχούσε. Η ανακατάκτηση της Κριμαίας από τους μπολσεβίκους, τελευταίο επεισόδιο της σύγκρουσης μεταξύ Λευκών και Κόκκινων, υπήρξε η πλέον αιματηρή φάση του εμφυλίου: τουλάχιστον 50.000 άμαχοι σφαγιάστηκαν από τους μπολσεβίκους τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1920 (106). 

Ευρισκόμενοι, ακόμη μια φορά, στο στρατόπεδο των ηττημένων, οι Κοζάκοι υπέστησαν εκ νέου την Κόκκινη Τρομοκρατία. Ένας από τους βασικούς ιθύνοντες της Τσεκά, ο Λετονός Καρλ Λάντερ, διορίστηκε «πληρεξούσιος του βορείου Καυκάσου και του Ντον». Εγκατέστησε αμέσως troiki ειδικά δικαστήρια επιφορτισμένα με την αποκοζακοποίηση. Μόνο τον Οκτώβριο του 1920, αυτά τα δικαστήρια καταδίκασαν σε θάνατο περισσότερα από 6.000 άτομα, που εκτελέστηκαν πάραυτα107. Οι οικογένειες, ακόμη και οι γείτονες των πράσινων ανταρτών ή των Κοζάκων που είχαν επαναστατήσει κατά του καθεστώτος και οι οποίοι δεν είχαν συλληφθεί, συλλαμβάνονταν συστηματικά όμηροι και κλείνονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, αληθινά κολαστήρια θανάτου όπως το παραδέχεται και ο Μάρτυν Λάτσις, ο επικεφαλής της Τσεκά στην Ουκρανία, σε κάποια αναφορά του: «Συγκεντρωμένοι σ’ ένα στρατόπεδο κοντά στο Μάικοπ, οι όμηροι - γυναίκες, παιδιά και γέροι - επιβιώνουν κάτω από τρομακτικές συνθήκες, μες στη λάσπη και το κρύο του Οκτώβρη. [...] Πεθαίνουν σαν τις μύγες. [...] Οι γυναίκες είναι έτοιμες για όλα προκειμένου να γλιτώσουν από το θάνατο. Οι στρατιώτες που φρουρούν το στρατόπεδο επωφελούνται και τις εμπορεύονται»108. 

Η παραμικρή αντίσταση ετιμωρείτο αμείλικτα. Όταν ο επικεφαλής της Τσεκά του Πιατιγκόρσκ έπεσε σε ενέδρα, οι άντρες της τοπικής Τσεκά αποφάσισαν να οργανώσουν μια «Ημέρα Κόκκινης Τρομοκρατίας». Ξεπερνώντας τις οδηγίες και του ίδιου του Λάντερ, ο οποίος ήθελε «αυτή η τρομοκρατική δράση να δώσει την ευκαιρία για τη σύλληψη πολύτιμων ομήρων με προοπτική την εκτέλεση τους και για την επιτάχυνση των διαδικασιών εκτέλεσης των Λευκών κατασκόπων και γενικότερα των αντεπαναστατών», οι άντρες της Τσεκά του Πιατιγκόρσκ επιδόθηκαν σε ένα όργιο συλλήψεων και εκτελέσεων. Σύμφωνα με τον Λάντερ, «το ζήτημα της κόκκινης τρομοκρατίας λύθηκε μ’ έναν πολύ απλό τρόπο. Οι άντρες της Τσεκά του Πιατιγκόρσκ αποφάσισαν να εκτελέσουν 300 άτομα σε μία μέρα. Καθόρισαν τις ποσοστώσεις για την πόλη του Πιατιγκόρσκ και τα περίχωρα, και διέταξαν τις οργανώσεις του Κόμματος να καταρτίσουν λίστες εκτελέσεων. [...] Αυτή η δυσάρεστη μέθοδος συμπεριλάμβανε ένα μεγάλο αριθμό ξεκαθαρίσματος λογαριασμών. [...] Στο Κισλοβόντσκ, επειδή δεν σκέφτηκαν τίποτα καλύτερο, αποφάσισαν να εκτελέσουν όλα τα άτομα που βρίσκονταν στο νοσοκομείο»103. 

Μία από τις δραστικές μεθόδους αποκοζακοποίησης υπήρξε η καταστροφή των οικισμών των Κοζάκων και η εκτόπιση όλων όσων είχαν μείνει ζωντανοί. Τα αρχεία του Σεργκύ Ορτζονικίτζε, ενός από τους βασικούς ιθύνοντες των μπολσεβίκων, και την εποχή εκείνη προέδρου της επαναστατικής Επιτροπής του βορείου Καυκάσου, διέσωσαν τις λεπτομέρειες μιας από αυτές τις επιχειρήσεις που διεξήχθησαν από τα τέλη του Οκτωβρίου ως τα μέσα Νοεμβρίου του 1920110. 

Στις 23 Οκτωβρίου, ο Σεργκό Ορτζονικίτζε διέταξε: 

«1. Να καεί εκ θεμελίων η κωμόπολη Καλινόφσκαγια. 
2.Να εκκενωθούν από όλους τους κατοίκους τους οι κωμοπόλεις Ερμολόφσκαγια, Ρομανόφσκαγια, Σαμασίνσκαγια και Μιχαηλόφσκαγια. Τα σπίτια και τα κτήματα που ανήκαν στους κατοίκους τους να διανεμηθούν στους φτωχούς αγρότες και ειδικότερα στους Τσετσένους, οι οποίοι είχαν παραμείνει απαρασάλευτα πιστοί στη σοβιετική εξουσία. 
3. Να φορτωθεί όλος ο αρσενικός πληθυσμός από 18 μέχρι 55 ετών των προαναφερθεισών κωμοπόλεων σε βαγόνια τρένων και να εκτοπισθεί, υπό φρούρηση, στα βόρεια, όπου θα εκτελούσε βαριά καταναγκαστικά έργα. 
4. Να απομακρυνθούν οι γυναίκες, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι, επιτρέποντάς τους ωστόσο να επανεγκατασταθούν σε άλλους οικισμούς προς το βορρά, 
5. Να επιταχθούν όλα τα κοπάδια και όλα τα περιουσιακά στοιχεία των κατοίκων των προαναφερθεισών κωμοπόλεων». 

Τρεις εβδομάδες αργότερα, μια αναφορά προς τον Ορτζονικίτζε περιέγραφε ως εξής την εξέλιξη των επιχειρήσεων: 

«- Καλινόφσκαγια: κατεστράφη ολοσχερώς, όλος ο πληθυσμός (4.220) εκτοπίστηκε ή εκδιώχτηκε. 
- Ερμολόφσκαγια: εκκαθαρίστηκε από όλους τους κατοίκους της (3.218). 
- Ρομανόφσκαγια: εκτοπίστηκαν 1.600, απομένουν προς εκτόπιση 1.661. 
- Σαμασίνσκαγια: εκτοπίστηκαν 1.018, απομένουν προς εκτόπιση 1.900. 
- Μιχαηλόφσκαγια: εκτοπίστηκαν 600, απομένουν προς εκτόπιση 2.200. 

Εξάλλου, 154 σιδηροδρομικά βαγόνια με τρόφιμα στάλθηκαν στο Γκρόζνι. Στις τρεις κωμοπόλεις όπου η εκτόπιση δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, εκτοπίστηκαν καταρχήν οι οικογένειες όσων είχαν σχέση με τους Λευκούς και τους Πράσινους και όσοι είχαν λάβει μέρος στην πρόσφατη εξέγερση. Ανάμεσα σε εκείνους που δεν είχαν ακόμη εκτοπιστεί υπήρχαν συμπαθούντες του σοβιετικού καθεστώτος, οικογένειες στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού, δημόσιοι υπάλληλοι και κομμουνιστές. Η καθυστέρηση των επιχειρήσεων εκτόπισης εξηγείται από την έλλειψη βαγονιών. Κατά μέσο όρο, γινόταν μονάχα μία αποστολή εκτοπιζομένων ανά ημέρα. Για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της εκτόπισης, ζητήθηκαν επειγόντως 306 συμπληρωματικά βαγόνια»111. 

Πώς κατέληγαν αυτές οι «επιχειρήσεις»; Δυστυχώς, κανένα συγκεκριμένο στοιχείο δεν μας διαφωτίζει σχετικά. Πληροφορούμαστε ότι οι «επιχειρήσεις» αργοπορούσαν και πως στο τέλος οι εκτοπιζόμενοι άντρες δεν στέλνονταν στο Βορρά, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο, αλλά το πιο συχνά στα όχι και πολύ μακρινά ορυχεία του Ντονέτς. Λαμβάνοντας υπόψη τις σιδηροδρομικές αποστολές στα τέλη του 1920, η επιμελητεία δυσκολευόταν να τα παρακολουθήσει... Ωστόσο, από πολλές απόψεις, η αποκοζακοποίηση του 1920 προοιωνιζόταν τις ευρύτατες «επιχειρήσεις» αποκουλακοποίησης που εξαπολύθηκαν δέκα χρόνια αργότερα: η ίδια αντίληψη μιας συλλογικής ευθύνης, ίδιες διαδικασίες εκτόπισης με σιδηροδρομικά καραβάνια, ίδια προβλήματα επιμελητείας και τόπων υποδοχής που δεν ήταν προετοιμασμένοι να δεχτούν τους εκτοπιζόμενους, ίδια εκμετάλλευση των εκτοπισμένων σε καταναγκαστικά έργα. Οι περιοχές των Κοζάκων του Ντον και του Κουμπάν πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος εξαιτίας της αντίθεσής τους προς τους μπολσεβίκους. Με τις πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις, 300.000-500.000 άτομα σκοτώθηκαν ή εκτοπίστηκαν το 1919-1920, σ’ ένα σύνολο πληθυσμού που δεν υπερέβαινε τα 3 εκατομμύρια. 

Ανάμεσα στις επιχειρήσεις καταστολής που είναι περισσότερο δύσκολο να καταγραφούν και να εκτιμηθούν είναι οι σφαγές των κρατουμένων και των ομήρων που είχαν φυλακιστεί επειδή μόνο και μόνο ανήκαν σε μια «εχθρική» ή «αλλοτριωμένη κοινωνική τάξη». Οι σφαγές αυτές εγγράφονταν στη συνέχεια και στη λογική της κόκκινης τρομοκρατίας του δεύτερου μισού του 1918, όμως σε μεγεθυμένη κλίμακα. Αυτό το όργιο σφαγών που βασιζόταν «σε μια ταξική λογική» νομιμοποιούνταν συνεχώς από το γεγονός της γέννησης ενός καινούργιου κόσμου. Όλα επιτρέπονταν, καθώς το εξηγούσε στους αναγνώστες της το κύριο άρθρο του πρώτου φύλλου της Krasnyi Metch (Η Κόκκινη Ρομφαία), εφημερίδας της Τσεκά του Κιέβου: 

«Απορρίπτουμε τα ξεπερασμένα συστήματα ηθικής και “ανθρωπισμού” που επινόησε η μπουρζουαζία με σκοπό την καταπίεση και την εκμετάλλευση των “κατώτερων τάξεων”. Η ηθική μας δεν έχει ιστορικό προηγούμενο, ο ανθρωπισμός μας είναι απόλυτος γιατί βασίζεται σ’ ένα καινούργιο ιδανικό: την καταστροφή κάθε μορφής καταπίεσης και βίας. Σε μας επιτρέπονται τα πάντα γιατί είμαστε οι πρώτοι στον κόσμο που σηκώσαμε το σπαθί μας όχι για να καταπιέσουμε και να σκλαβώσουμε αλλά για να ελευθερώσουμε την ανθρωπότητα από τις αλυσίδες της... Αίμα; Ας χυθεί κατά κύματα! Μια που μόνον το αίμα μπορεί να βάψει για πάντα τη μαύρη σημαία της πειρατικής μπουρζουαζίας και να την μετατρέψει σε κόκκινο λάβαρο, σε φλάμπουρο της Επανάστασης. Μια που μονάχα το τελικό ξεπάστρεμα του παλιού κόσμου μπορεί να μας λυτρώσει για πάντα από την επιστροφή των τσακαλιών!»112 

Τέτοιες εκκλήσεις σε δολοφονίες υποδαύλιζαν τα βαθιά ριζωμένα αποθέματα βίας και την επιθυμία για κοινωνική εκδίκηση πολλών ανδρών της Τσεκά, που συχνά στρατολογούνταν, όπως το αναγνώριζαν αρκετοί από τους ιθύνοντες των μπολσεβίκων, ανάμεσα στα «εγκληματικά και κοινωνικά εκφυλισμένα στοιχεία της κοινωνίας». Σε μια επιστολή του με ημερομηνία 22 Μαρτίου 1919 προς τον Λένιν, το διευθυντικό στέλεχος των μπολσεβίκων Γκόπνερ περιέγραφε ως εξής τις δραστηριότητες της Τσεκά του Γιεκατερινοσλάβ: «Σε αυτή την οργάνωση όπου κυριαρχούσε η γάγγραινα της εγκληματικότητας, της βίας και της αυθαιρεσίας, καθάρματα και κακοποιοί του κοινού ποινικού δικαίου οπλισμένοι ώς τα δόντια εκτελούσαν όποιον δεν τους άρεσε, κατεδίωκαν, λεηλατούσαν, βίαζαν, φυλάκιζαν, διοχέτευαν πλαστά δελτία τροφίμων, απαιτούσαν δωροδοκίες, κατόπιν υποχρέωναν εκείνους που τους είχαν δωροδοκήσει να το ομολογήσουν κι ύστερα τους άφηναν ελεύθερους με χρηματικό αντάλλαγμα δεκαπλάσιο ή εικοσαπλάσιο»113. 

Τα αρχεία της Κεντρικής Επιτροπής, όπως και αυτά του Φελίξ Ντζερζίνσκι, περιέχουν αμέτρητες αναφορές κομματικών υπευθύνων ή επιθεωρητών της πολιτικής αστυνομίας που περιγράφουν τον «εκφυλισμό» των τοπικών Τσεκά που είχαν καταντήσει «χαμαιτυπεία βίας και αίματος». Η εξαφάνιση κάθε προδιαγραφής νομικού ή ηθικού περιεχομένου ευνοούσε συχνά την ολοκληρωτική αυτονομία των τοπικών υπευθύνων της Τσεκά, οι οποίοι δεν έδιναν λόγο πλέον για τη δράση τους στην κομματική ιεραρχία και μεταμορφώνονταν σε αιμοσταγείς, ανεξέλεγκτους και ασυγκράτητους τυράννους. Τρία αποσπάσματα αναφορών, ανάμεσα σε δεκάδες παρόμοια, ρίχνουν φως σε αυτή την εκτροπή της Τσεκά προς την παντελή αυθαιρεσία, την απόλυτη απουσία δικαιοσύνης. 

Ιδού η αναφορά του Σμιρνόφ, ινστρούχτορα της Τσεκά στο Συσράν της επαρχίας του Ταμπόβ, προς τον Ντζερζίνσκι, με ημερομηνία 22 Μαρτίου 1919: «Διαπίστωσα προσωπικά την εξέγερση τών κουλάκων στη Νόβο-Ματριόνσκαγια. Η ανάκριση διεξήχθη με χαοτικό τρόπο. 75 άτομα βασανίστηκαν κατά την ανάκριση κι από τις γραπτές μαρτυρίες δεν είναι δυνατόν να καταλάβει κανείς τι ακριβώς συνέβη. [...] Στις 16 Φεβρουάριου εκτελέστηκαν πέντε άτομα, την επομένη δεκατρία. Οι δικαστικές αποφάσεις που αφορούν τις καταδίκες και τις εκτελέσεις φέρουν ημερομηνία 28 Φεβρουάριου. Όταν απαίτησα από τον τοπικό υπεύθυνο της Τσεκά να μου δώσει εξηγήσεις, μου αποκρίθηκε: “Δεν προλαβαίνουμε να καθαρογράφουμε τις δικαστικές αποφάσεις. Αλλωστε, σε τι θα χρησίμευε κάτι τέτοιο, αφού εξοντώνουμε τους κουλάκους και τους μπουρζουάδες ως κοινωνικές τάξεις;”»114 

Να και η αναφορά του γραμματέως της περιφερειακής κομματικής οργάνωσης των μπολσεβίκων του Γιαροσλάβ, στις 26 Σεπτεμβρίου 1919: «Οι άντρες της Τσεκά λεηλατούν και συλλαμβάνουν όποιον να ’ναι. Γνωρίζοντας ότι θα παραμείνουν ατιμώρητοι, έχουν μετατρέψει την έδρα της Τσεκά σε ένα τεράστιο μπορντέλο όπου οδηγούν τις “αστές”. Είναι διαρκώς μεθυσμένοι. Οι διάφοροι επικεφαλής χρησιμοποιούν ευρέως κοκαΐνη»115. 

Από το Άστραχαν, στις 16 Οκτωβρίου 1919, έρχεται η αναφορά του απεσταλμένου Ν. Ρόζενταλ, επιθεωρητή της διεύθυνσης των ειδικών τμημάτων: «Ο Αταρμπέκοφ, επικεφαλής των ειδικών τμημάτων της 11ης στρατιάς, δεν αναγνωρίζει πια την κεντρική εξουσία. Στις 30 του παρελθόντος Ιουλίου, όταν ο σύντροφος Ζακόφσκι, απεσταλμένος της Μόσχας για τον έλεγχο της δουλειάς των ειδικών τμημάτων, επισκέφτηκε τον Αταρμπέκοφ, αυτός ο τελευταίος του είπε: “Πείτε στον Ντζερζίνσκι ότι εδώ κάνω εγώ κουμάντο... ” Κανένας διοικητικός κανόνας δεν γίνεται σεβαστός από ένα προσωπικό που αποτελείται στην πλειοψηφία του από αμφίβολα και μάλιστα κακοποιά στοιχεία. 

Οι φάκελοι του Τμήματος επιχειρήσεων είναι σχεδόν ανύπαρκτοι. Σχετικά με τις θανατικές καταδίκες και την εκτέλεση των ποινών, δεν βρήκα τα ατομικά πρωτόκολλα αποφάσεων και καταδικών, παρά μονάχα λίστες, πολλές φορές ελλιπείς, με μοναδική ένδειξη “Τυφεκίστηκε με διαταγή του συντρόφου Λταρμπέκοφ”. Όσον αφορά τα γεγονότα του Μαΐου, μου είναι αδύνατον να συμπεράνω ποιος εκτελέστηκε και γιατί. [...] Τα μεθύσια και τα όργια είναι καθημερινά φαινόμενα. Σχεδόν όλοι οι άντρες της Τσεκά παίρνουν κοκαΐνη, κάτι που τους επιτρέπει, καθώς ισχυρίζονται, να αντέχουν την καθημερινή θέα του αίματος. Μεθυσμένοι από εκδίκηση και αίμα, οι άντρες της Τσεκά κάνουν το καθήκον τους, ωστόσο αποτελούν πέρα από κάθε αμφιβολία ανεξέλεγκτα στοιχεία τα οποία πρέπει απαραιτητως να παρακολουθούμε εκ του σύνεγγυς»116. 

Οι εσωτερικές αναφορές της Τσεκά και του κόμματος των μπολσεβίκων επιβεβαιώνονται σήμερα από πολυάριθμες μαρτυρίες που έχουν συλλεγεί ήδη από τα έτη 1919-1920 από τους αντιπάλους των μπολσεβίκων και ιδιαιτέρως από την ειδική ερευνητική επιτροπή για τα εγκλήματα των τελευταίων που συνεστήθη από τον στρατηγό Ντενίκιν και της οποίας τα μυστικά αρχεία, που μεταφέρθηκαν από την Πράγα στη Μόσχα το 1945, είναι σήμερα προσιτά. Κιόλας από το 1926, ο Ρώσος σοσιαλεπαναστάτης ιστορικός Σεργκέι Μελγκούνοφ είχε προσπαθήσει να καταγράψει στο βιβλίο του «Η Κόκκινη Τρομοκρατία στη Ρωσία» τις κυριότερες σφαγές κρατουμένων, ομήρων και αμάχων που είχαν εκτελεστεί ομαδικά από τους μπολσεβίκους, σχεδόν πάντα με την κατηγορία ότι ανήκαν σε «εχθρική κοινωνική τάξη». Αν και ελλιπής, ο κατάλογος των βασικών επεισοδίων που σχετίζονται με αυτής της μορφής την καταστολή, όπως αναφέρεται στην πρωτοπόρο εργασία του Μελγκούνοφ, επιβεβαιώνεται πλήρως από ένα σύνολο πολύ διαφορετικών πηγών πληροφοριών που συγκλίνουν και οι οποίες προέρχονται από δύο αντιτιθέμενα στρατόπεδα. Ωστόσο, η αβεβαιότητα όσον αφορά τον αριθμό των θυμάτων που εκτελέστηκαν στη διάρκεια των κυριότερων επεισοδίων καταστολής - και τα οποία σήμερα επισημαίνονται με ακρίβεια-παραμένει, εξαιτίας του οργανωτικού χάους που βασίλευε στην Τσεκά. Μπορούμε πάντως να διακινδυνεύσουμε λίγο-πολύ την εκτίμηση μιας τάξης μεγέθους διασταυρώνοντας στοιχεία από διαφορετικές πηγές. 

Οι πρώτες σφαγές «υπόπτων», ομήρων και άλλων «εχθρών του λαού» που εγκλείονταν προληπτικά - με διοικητικές πράξεις - σε φυλακές ή σε στρατόπεδα συγκέντρωσης είχαν αρχίσει από τον Σεπτέμβριο του 1918, όταν εξαπολύθηκε η πρώτη Κόκκινη Τρομοκρατία. Εφόσον οι κατηγορίες των «υπόπτων», των «ομήρων», των «εχθρών του λαού» είχαν καθιερωθεί και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης βρέθηκαν σύντομα σε κατάσταση πλήρους λειτουργίας, ο κατασταλτικός μηχανισμός ήταν έτοιμος να αναλάβει δράση. Ο εκλυτικός παράγοντας σε έναν πόλεμο με μετακινούμενα μέτωπα, όπου κάθε μήνα άλλαζαν τα στρατιωτικά δεδομένα, ήταν φυσικά η κατάληψη μιας πόλης που μέχρι χτες κατεχόταν από τον εχθρό ή, αντιθέτως, η εσπευσμένη εγκατάλειψή της. 

Η επιβολή της «δικτατορίας του προλεταριάτου» στις πόλεις που κατακτιόνταν ή ανακαταλαμβάνονταν περνούσε από τα ίδια στάδια: διάλυση όλων των εκλεγμένων προηγουμένως σωμάτων, απαγόρευση κάθε εμπορικής δραστηριότητας - μέτρο που επέσυρε την άμεση υπερτίμηση όλων των τροφίμων, κατόπιν την εξαφάνιση τους. Κκατάσχεση των επιχειρήσεων που εθνικοποιούνταν ή δημοτικοποιούνταν επιβολή βαριάς φορολογίας στην αστική τάξη - 600 εκατομμύρια ρούβλια στο Χαρκόφ τον Φεβρουάριο του 1919, 500 εκατομμύρια στην Οδησσό τον Απρίλιο του 1919. Ως εγγύηση της συμμόρφωσης με την προαναφερθείσα εισφορά, εκατοντάδες «μπουρζουάδες» συλλαμβάνονταν όμηροι και φυλακίζονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στην πραγματικότητα, η εισφορά ήταν συνώνυμη με τη λεηλασία, την απαλλοτρίωση και τις ταπεινώσεις, πρώτο στάδιο της εκμηδένισης της «μπουρζουαζίας ως κοινωνικής τάξης». 

«Σύμφωνα με τις αποφάσεις των σοβιέτ των εργατών, η σημερινή 13η Μαϊου κηρύχτηκε μέρα απαλλοτρίωσης της μπουρζουαζίας», διάβαζε κανείς στην Izvestia του Συμβουλίου των αντιπροσώπων των εργατών στις 13 Μαΐου 1919. «Οι κατέχοντες οφείλουν να συμπληρώσουν ένα λεπτομερές ερωτηματολόγιο καταγράφοντας τα τρόφιμα, τα υποδήματα, τα ρούχα, τα κοσμήματα, τα ποδήλατα, τις κουβέρτες, τα σεντόνια, τα ασημικά, τα κουζινικά και ό,τι άλλο είναι απαραίτητο στον εργαζόμενο λαό. [...] Ο καθένας υποχρεούται να βοηθά τις επιτροπές απαλλοτρίωσης σε αυτή την ιερή αποστολή τους, [...] Όσοι δεν υπακούουν στις διαταγές των επιτροπών απαλλοτρίωσης θα συλλαμβάνονται πάραυτα. Εκείνοι που θα προβάλλουν αντίσταση θα εκτελούνται επιτόπου». 

Όπως το παραδεχόταν και ο Λάτσις, ο αρχηγός της Τσεκά της Ουκρανίας, σε μια εσωτερική εγκύκλιο για τις τοπικές Τσεκά, όλες αυτές οι «απαλλοτριώσεις» πήγαιναν στις τσέπες των αντρών της Τσεκά και των άλλων αρχηγίσκων των αναρίθμητων αποσπασμάτων επιτάξεων και απαλλοτριώσεων των Ερυθροφρουρών που έσπευδαν πολυπληθείς σε παρόμοιες περιστάσεις. 

Το δεύτερο στάδιο των απαλλοτριώσεων ήταν η κατάσχεση των διαμερισμάτων των αστών. Σε αυτό τον «ταξικό πόλεμο», η ταπείνωση των ηττημένων έπαιζε επίσης σημαντικό ρόλο: «Στο ψάρι ταιριάζει η σάλτσα. Στην μπουρζουαζία ταιριάζει η εξουσία που τιμωρεί αυστηρά και σκοτώνει», μπορούσε να διαβάσει κανείς στην προαναφερθείσα εφημερίδα της Οδησσού στις 26 Απριλίου 1919. «Αν εκτελέσουμε μερικές δεκάδες από αυτούς τους αλήτες, από αυτούς τους ηλίθιους, αν τους στείλουμε να σκουπίζουν τους δρόμους, αν υποχρεώσουμε τις συζύγους τους να καθαρίζουν τα στρατόπεδα των Ερυθροφρουρών (κάτι που δεν θα ήταν λιγοστή τιμή γι’ αυτές), τότε θα καταλάβουν ότι η εξουσία μας είναι ισχυρή κι ότι καμιά βοήθεια δεν πρόκειται να έρθει από τους Αγγλους και τους Οτεντότους»117. 

Θέμα που επανέρχεται σε πολλά άρθρα των εφημερίδων των μπολσεβίκων στην Οδησσό, στο Κίεβο, στο Χαρκόφ, στο Γιεκατερινοσλάβ αλλά επίσης και στο Περμ, στα Ουράλια, ή στο Νίζνι-Νόβγκοροντ, η ταπείνωση των «γυναικών της μπουρζουαζίας», που υποχρεώνονται να καθαρίζουν τα αποχωρητήρια και τα στρατόπεδα των ανδρών της Τσεκά ή των Ερυθροφρουρών, μοιάζει να ήταν καθημερινή πρακτική. Όμως συνιστούσε επίσης και μια μετριοπαθή και «πολιτικώς παρουσιάσιμη» εκδοχή μιας πραγματικότητας πολύ πιο σκληρής: των βιασμών που, σύμφωνα με πολυάριθμες συγκλίνουσες μαρτυρίες, είχαν πάρει τεράστιες διαστάσεις, ειδικότερα μετά την ανακατάληψη της Ουκρανίας, των περιοχών των Κοζάκων και της Κριμαίας το 1920. 

Τελευταίο λογικό στάδιο της «εξόντωσης της μπουρζουαζίας ως κοινωνικής τάξης», οι εκτελέσεις των κρατουμένων, των υπόπτων και των ομήρων που είχαν φυλακιστεί μόνον και μόνο επειδή ανήκαν στις «κατέχουσες τάξεις», επιβεβαιώνονται σε πολλές πόλεις που κυριεύονταν από τους μπολσεβίκους. Στο Χαρκόφ, ανάμεσα σε και 3.000 εκτελέσεις τον Φεβρουάριο-Ιούνιο 1919 - ανάμεσα σε 1.000 και 2.000 μετά την ανακατάληψη της πόλης τον Δεκέμβριο του 1919. Στο Ροστόφ επί του Ντον, περίπου 1.000 τον Ιανουάριο του 1920 - στην Οδησσό, 2.200 μεταξύ Μαΐου και Αυγούστου 1919, κατόπιν μεταξύ 1.500 και 3.000 από τον Φεβρουάριο του 1920 ώς τον Φεβρουάριο του 1921. Στο Κίεβο τουλάχιστον 3.000 μεταξύ Φεβρουάριου και Αυγούστου 1919. Στο Γιεκατερίνονταρ, το λιγότερο 3.000 μεταξύ Αυγούστου 1920 και Φεβρουάριου 1921. Στο Αρμαβίρ, μικρή πόλη του Κουμπάν, ανάμεσα σε 2.000 και 3.000 μεταξύ Αυγούστου και Οκτωβρίου 1920. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επί μακράν. 

Στην πραγματικότητα, πολλές ακόμη εκτελέσεις έλαβαν χώρα και σε άλλα μέρη, όμως δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ερευνών σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά από τις σφαγές. Έτσι, γνωρίζουμε πολύ καλύτερα αυτά που συνέβησαν στην Ουκρανία ή στο νότο της Ρωσίας παρά στον Καύκασο, στην κεντρική Ασία ή στα Ουράλια. Σε γενικές γραμμές, οι εκτελέσεις επιταχύνονταν όταν πλησίαζε ο εχθρός, τη στιγμή όπου οι μπολσεβίκοι εγκατέλειπαν τις θέσεις τους και «άδειαζαν» τις φυλακές. Στο Χαρκόφ, στη διάρκεια των δύο ημερών που προηγήθηκαν από την άφιξη των Λευκών, στις 8 και 9 Ιουνίου 1919, εκατοντάδες όμηροι εκτελέστηκαν. Στο Κίεβο, περισσότερα από 1.800 άτομα δολοφονήθηκαν μεταξύ 22 και 28 Αυγούστου 1919, πριν την ανακατάληψη της πόλης από τους Λευκούς στις 30 Αυγούστου. Το ίδιο σενάριο και στο Γιεκατερίνονταρ όπου, εν όψει της προέλασης των στρατευμάτων των Κοζάκων, ο Αταρμπέκοφ, ο αρχηγός της τοπικής Τσεκά, έστειλε στο απόσπασμα μέσα σε τρεις μέρες, από τις 17 μέχρι τις 19 Αυγούστου 1920, 1.600 «μπουρζουάδες» αυτής της μικρής επαρχιακής πόλης που αριθμούσε, πριν τον πόλεμο, λιγότερους από 30.000 κατοίκους"118. 

Τα ντοκουμέντα των επιτροπών ερεύνης των μονάδων του Λευκού Στρατού που έφταναν στις πόλεις μερικές μέρες, ακόμη και μερικές ώρες μετά από τις εκτελέσεις, περιέχουν πλήθος καταθέσεων, μαρτυριών, εκθέσεων αυτοψιών, φωτογραφιών σχετικών με τις σφαγές και την ταυτότητα των θυμάτων. Κι αν οι εκτελεσμένοι της «τελευταίας στιγμής», που δολοφονούνταν βιαστικά με μια σφαίρα στο σβέρκο, δεν παρουσίαζαν κατά κανόνα ίχνη βασανιστηρίων, τα πράγματα ήταν διαφορετικά όταν επρό- κειτο για τα πτώματα που ξεθάβονταν από παλαιότερους ομαδικούς τάφους. Η χρήση των πιο φριχτών βασανιστηρίων επιβεβαιώνεται από εκθέσεις αυτοψιών, αποδεικτικά υλικά στοιχεία και μαρτυρίες. Λεπτομερείς περιγραφές αυτών των βασανιστηρίων περιλαμβάνονται κυρίως στο προαναφερθέν βιβλίο του Μελγκούνοφ και στην έκθεση του κεντρικού πολιτικού γραφείου του σοσιαλεπαναστατικού κόμματος με τίτλο Tcheka, που εκδόθηκε στο Βερολίνο το 1922 (119). 

Οι σφαγές έφτασαν στο απόγειό τους στην Κριμαία, μετά από την αποχώρηση και των τελευταίων μονάδων του Λευκού Στρατού του Βράνγκελ και των αμάχων που είχαν ξεφύγει από την προέλαση των μπολσεβίκων. Σε διάστημα μερικών εβδομάδων, από τα μέσα Νοεμβρίου μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του 1920, περί τα 50.000 άτομα τυφεκίστηκαν ή απαγχονίστηκαν120. Ένα μεγάλο μέρος των εκτελέσεων έλαβε χώρα αμέσως μετά την επιβίβαση σε πλοία των στρατευμάτων του Βράνγκελ. Στη Σεβαστούπολη, αρκετές εκατοντάδες λιμενεργάτες εκτελέστηκαν σας 26 Νοεμβρίου επειδή είχαν βοηθήσει την εκκένωση των μονάδων των Λευκών. Στις 28 και 30 Νοεμβρίου, τα φύλλα της Izvestia της επαναστατικής επιτροπής της Σεβαστούπολης δημοσίευσαν δύο καταλόγους με ονόματα εκτελεσθέντων. Ο πρώτος περιείχε 1.634, ο δεύτερος 1.202. Στις αρχές Δεκεμβρίου, όταν ο πυρετός των πρώτων ομαδικών εκτελέσεων είχε κοπάσει, οι αρχές προχώρησαν, λαμβανομένων των περιστάσεων, σ’ ένα όσο το δυνατόν πληρέστερο φακέλωμα του πληθυσμού των κυριοτέρων πόλεων της Κριμαίας όπου, κατά την άποψή τους, κρύβονταν δεκάδες -ίσως κι εκατοντάδες- χιλιάδες αστοί οι οποίοι είχαν καταφύγει σε αυτά τα παραδοσιακά θέρετρα από όλη τη Ρωσία. Στις 6 Δεκεμβρίου, ο Λένιν διακήρυξε ενώπιον μιας συνέλευσης υπευθύνων στη Μόσχα ότι μπουρζουάδες είχαν συγκεντρωθεί στην Κριμαία. Έδωσε τη διαβεβαίωση πως, στο εγγύς μέλλον, αυτά τα «στοιχεία» τα οποία συνιστούσαν μια «δεξαμενή κατασκόπων και πρακτόρων έτοιμων να δώσουν χείρα βοήθειας στον καπιταλισμό» θα «τιμωρούνταν»121 

Οι στρατιωτικές αλυσίδες που έκλειναν τον ισθμό του Περεκόπ, μόνη χερσαία διέξοδο, ενισχύθηκαν. Αφού στήθηκε η παγίδα, διέταξαν κάθε κάτοικο να παρουσιαστεί στην Τσεκά και να συμπληρώσει ένα μακροσκελές ανακριτικό έντυπο που περιελάμβανε καμιά πενηνταριά ερωτήσεις για την κοινωνική του καταγωγή, το παρελθόν του, τις δραστηριότητες του, τα εισοδήματά του, καθώς επίσης και για το τι έκανε τον Νοέμβριο του 1920, τι πίστευε για την Πολωνία, τον Βράνγκελ, τους μπολσεβίκους κλπ. Με βάση αυτές τις «ανακρίσεις», ο πληθυσμός διαιρέθηκε σε τρεις κατηγορίες: όσους προορίζονταν για εκτέλεση, εκείνους που θα μεταφέρονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, κι αυτούς που θα γλίτωναν. Οι μαρτυρίες των ελάχιστων που επιβίωσαν, και οι οποίες δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες των προσφύγων το 1921, περιγράφουν τη Σεβαστούπολη, από τις πόλεις που χτυπήθηκαν αγριότερα από την καταστολή, ως «πόλη κρεμασμένων». «Η λεωφόρος Νακιμόφσκι ήταν γεμάτη πτώματα απαγχονισμένων αξιωματικών, στρατιωτών, πολιτών, που είχαν συλληφθεί στους δρόμους. [...] Η πόλη ήταν νεκρή, ο πληθυσμός κρυβόταν στις αποθήκες και τις σοφίτες. Παντού, στους φράχτες, στους τοίχους των σπιτιών, στα τηλεγραφόξυλα, στις βιτρίνες των μαγαζιών υπήρχαν αφίσες με το σύνθημα “Θάνατος στους προδότες”. [...] Τους κρεμούσαν στους δρόμους για λόγους διαπαιδαγώγησης» 

Το τελευταίο επεισόδιο της σύγκρουσης μεταξύ Λευκών και Κόκκινων δεν έδωσε τέλος στην καταστολή. Τα στρατιωτικά μέτωπα του εμφυλίου δεν υπήρχαν πια, ωστόσο ο πόλεμος της «ειρήνευσης» και του «ξεριζώματος» θα εξακολουθούσε για άλλα δύο χρόνια περίπου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου